Απόστολος Λιάτζουρας (1884 - 1943)

Πολυτεχνίτης και «κοσμοπολίτης» του χωριού

Ο Απόστολος Λιάτζουρας του Αλεξίου γεννήθηκε το 1884, με βάση το μητρώο αρρένων της κοινότητας. Απεβίωσε το 1943. Τόσες φορές στις επίμονες αναφορές του στον Άγιο Λαυρέντη, τη γενέτειρά του, ο γνωστός γιατρός του Βόλου και διανοούμενος Κώστας Στριμμένος (1905-1992), μου ζωντάνευε κι έναν τύπο της πολίχνης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να περάσει και τούτος σ’ αυτή τ Τόσες φορές στις επίμονες αναφορές του στον Άγιο Λαυρέντη, τη γενέτειρά του, ο γνωστός γιατρός του Βόλου και διανοούμενος Κώστας Στριμμένος (1905-1992), μου ζωντάνευε κι έναν τύπο της πολίχνης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να περάσει και τούτος σ’ αυτή τη σειρά των «Παράξενων τύπων του Πηλίου». Πέθανε ωστόσο ο σεβαστός γιατρός, και δεν πρόκοψα να αναστηλώσω τον τύπο. Το καλοκαίρι όμως μου θύμισε τούτο το χρέος ο φίλος Γρηγόρης Καρταπάνης από το περιοδικό μας, καταχωρώντας μια συνέντευξη παρμένη από τον Κώστα Στριμμένο και με τούτες τις υπογραμμίσεις του γιατρού:  

η σειρά των «Παράξενων τύπων του Πηλίου». Πέθανε ωστόσο ο σεβαστός γιατρός, και δεν πρόκοψα να αναστηλώσω τον τύπο. Το καλοκαίρι όμως μου θύμισε τούτο το χρέος ο φίλος Γρηγόρης Καρταπάνης από το περιοδικό μας, καταχωρώντας μια συνέντευξη παρμένη από τον Κώστα Στριμμένο και με τούτες τις υπογραμμίσεις του γιατρού: 

«Στον Άγιο Λαυρέντιο λοιπόν, υπήρχε μια γραφική φυσιογνωμία, ο Απόστολος Λιάτζουρας. Τύπος καλοσυνάτος, γελαστός και αγαπητός απ’ όλους. Καταπιάνονταν μ’ όλα. Ήταν μαραγκός, ιεροψάλτης, χοροδιδάσκαλος, διοργανωτής διάφορων εκδηλώσεων, μέχρι πολιτευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων και χίλια δύο άλλα». Στη συνέχεια ο γιατρός διατύπωσε την πρόταση να υπάρξει «μια ευρύτερη παρουσίαση αυτού του αξιόλογου προσώπου», ό,τι δηλαδή έλεγε και στο επιγραφόμενο κατά τις συναντήσεις μας.

Ήταν λοιπόν πασίγνωστος και βαθιά αγαπητός στον Αϊ-Λαυρέντη και τα γυροχώρια ο Απόστολος Λιάτζουρας. Όχι μονάχα για το βάθος της καλοσύνης του ή το γελούμενο πρόσωπό του και τα γράμματα που γνώριζε μαζί με μιά-δυό ξένες γλώσσες και την κοινωνική του μόρφωση, αλλά και για τα γουστόζικα φραστικά του ευρήματα. Ένας τύπος χαμηλού χιουμορίστα, που άνοιγε την καρδιά σου να σπείρει εκεί ένα σπόρο χαράς κι ελπίδας. Να σε κάνει να γελάσεις έτσι ξαφνικά, μεταφερόμενος σ’ ένα ευφρόσυνο πεδίο ζωής.

ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ «ΑΒΕΡΩΦ»

Νέος στέρησε το χωριό του από μια καλή παρουσία. Πέρασε και σ’ αυτόν το σαράκι του μισεμού για την Αμέρικα, και τράβηξε -1909 ο χρόνος- στη μακρινή χώρα με χίλια όνειρα σμιχτά στο στήθος του. Κατέληξε να πλένει πιάτα σε ξενοδοχείο. Καλλιέργησε όμως και μια έφεση προς τη μαγειρική και, στριμωγμένος στο μαγειρείο, εξοικειώθηκε με την κουζίνα του τόπου. Έφτασε να γίνει άσος στην τέχνη της μαγειρικής. Έως πότε όμως; Τέσσερα μόνο χρόνια στην Αμερική κι η πατρίδα του τον χρειαζόταν. Ήταν το 1912, όταν ξάναψε ο Βαλκανικός Πόλεμος, κι ο Λιάτζουρας τ’ αφήνει όλα και τρέχει εθελοντής στο στράτευμα. Εδώ τώρα «αξιοποιήθηκε» κατάλληλα. Έγινε μάγειρας στο θωρηκτό «Αβέρωφ», με την πλούσια δράση στον πρώτο και στον δεύτερο χρόνο του πολέμου. Η ζωή στο καράβι δεν ήταν μόνο σκληρή και επικίνδυνη υπηρέτηση της πατρίδας. Ήταν και κέφι και τραγούδι και γνωριμίες. Το τελευταίο σκέλος καλλιέργησε καλά ο Λιάτζουρας, φτάνοντας και να κερδίσει τη φιλία και του κατοπινού ναυάρχου και αρχηγού του στόλου Ιωάννη Δεμέστιχα.

ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ

Έπαψε ο πόλεμος, κι ο Λιάτζουρας επανακάμπτει στο χωριό του. Δεν τον τραβάει πια η Αμερική, τον συγκινεί πιότερο η γενέτειρά του, δεμένος αξεχώριστα με τα χώματά της όπως ένιωθε. Έρχεται λοιπόν και ριζώνει στο χωριό και ρίχνεται σε μια πολυμέτωπη προσπάθεια – αγώνας βιοποριστικός. Έχει τόσες ικανότητες και προσόντα μέσα του. Είναι και ψάλτης στην εκκλησία, είναι και μαραγκός και χρυσοχόος αλλά και μεταφραστής και μάγειρας βέβαια. Πολυτεχνίτης και πολυσχιδής. Προαισθάνεται την ανάπτυξη του πηλιορείτικου τουρισμού και σκαρώνει μεγάλο ξενοδοχείο με εστιατόριο στην κεντρική πλατεία της πολίχνης του, τα «Φιλοξένεια». 

Κόσμος και κοσμάκης πέρασε από τούτο το στέκι, που έδωκε ώθηση στον τουρισμό του Πηλίου. Ξενοδόχος και μάγειρας ο ίδιος. Οι ωραίες μέρες του Αγίου Λαυρεντίου με την έντονη κοινωνική του ζωή και το ακατάπαυστο αλισβερίσι. Ώσπου στα 1930 (Μάρτης μήνας) καταπλέει στο Βόλο ο «Αβέρωφ» με τη μοίρα γυμνασίων του στόλου, κάτω από την αρχηγία του Δεμέστιχα παλιού φίλου του Λιάτζουρα. Έχοντας λοιπόν ο τελευταίος κάθε δυνατότητα φιλοξενίας του φίλου του και της συνοδείας του, τον καλεί στον Άγιο Λαυρέντιο. Τόπος συνάντησης ορίστηκε η Αγριά. Με τη βενζινάκατο εκεί ο αρχηγός, με τα πόδια ο Λιάτζουρας. Δίνουν τα χέρια και ανηφορίζουν όλοι με τα πόδια για τον Άγιο Λαυρέντιο, Δεμέστιχας, αξιωματικοί και Λιάτζουρας. 

Ζύγωνε το μεσημέρι όταν έφτασαν στο χωριό. Έπρεπε επομένως να προσφερθεί χωρίς άργητα γεύμα σε όλους. Ο ασυναγώνιστος μάγειρας είχε σκεφτεί τα οικόσιτα κοτόπουλα. Πώς όμως θα βράζανε αν ρίχνονταν αμέσως μετά τη σφαγή στην κατσαρόλα; Θυμήθηκε τότε ένα κόλπο που έμαθε στην Αμερική: Πότισε με… κονιάκ τα κοτόπουλα, για να μαλακώσει το κρέας και να βράσει σύντομα!

Αμ’ έπος αμ’ έργο. Ένα – ένα τα πουλερικά γιόμισαν με κονιάκ τα στομάχια τους (με τη βία βέβαια), για να έρθουν αμέσως σχεδόν τα διασκεδαστικά αποτελέσματα: Τα κοτόπουλα μέθυσαν και στριφογύριζαν άταχτα πέρα – δώθε! Θέαμα παράξενο και διασκεδαστικό, που δεν έμεινε έξω από την προσοχή των φιλοξενουμένων. Τα ’βλεπαν και τα ’καναν χάζι αξιωματικοί και ναύτες, μέχρις ότου περάσουν απ’ το μαχαίρι του Λιάτζουρα, για να καταλήξουν στο τραπέζι στην αυλή του ξενοδοχείου. 

Έφαγαν και ήπιαν με την ψυχή τους μέσα σε κλίμα κεφιού που ανέβαζε συνέχεια ο ενθουσιώδης αγιολαυρεντίτης. Μεθυσμένα κοτόπουλα έτρωγαν, πώς να μείνουν ανεπηρέαστοι οι συμποσιαστές;

 
 

 

 

ΜΕ ΤΟΝ ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ένας τέτοιος τύπος αλλιώτικος, δεν μπορούσε να μη γίνει αντικείμενο προσοχής του Ζαχαρία Παπαντωνίου, όταν ο τελευταίος -Φθινόπωρο του 1937- περιόδευε χωριά του κεντρικού και ανατολικού Πηλίου. Έφτασε κάποτε και στον Αϊ-Λαυρέντη, όπου και έλαβε γνώση (και… γεύση) του Λιάτζουρα. Να πώς ο Παπαντωνίου περιγράφει τα καθέκαστα από κείνη την γνωριμία:

«Επάνω απ’ την πλατεία (του Αγίου Λαυρεντίου) είδαμε να υψώνεται παλιό μεγάλο σπίτι με μια τεράστια φιλύρα στην αυλή του. «Είναι το ξενοδοχείο του Λιάντζουρα» μας είπαν. Και μας πρόσθεσαν: Ψάλτης, χρυσοχόος, μαραγκός, νοσοκόμος, ζαχαροπλάστης, μάγειρας, δημοσιογράφος, μεταφραστής και ξενοδόχος». Πώς τώρα -συνέχιζε ο Παπαντωνίου- ένας τέτοιος Λεονάρδος ντα Βίντσι φυλακίστηκε στο χωριό και πώς το χωριό βρέθηκε μ’ ένα μεγάλο σχετικώς ξενοδοχείο, αυτά το Πήλιο τα ξέρει. Όταν γευτήκαμε την ομελέτα που φιλοτέχνησε ο κ. Λιάντζουρας κάτω από το φύλλωμα της φιλύρας του, ειδική ομελέτα Λιάτζουρα, παρασκευασμένη με μανιτάρια, μας φάνηκε πως ο μάγειρας έπρεπε να έχει περάσει απ’ όλη αυτή τη στρατιά των τεχνών για να βγάλη από τ’ αυγά τέτοια ηδονή του ουρανίσκου. Εζητήσαμε ειλικρινά συγγνώμην από τον μάγειρο επειδή δεν υπήρχε καιρός να διαβάσουμε το ογκώδες χειρόγραφο του που μας έφερε, μετάφραση ενός αγγλικού βιβλίου περί συνεταιρισμών, που την έκαμεν ο ίδιος πολύτροπος ανήρ μεταξύ δύο ομελετών. Μας έκαμεν όμως επί ποδός μια διάλεξιν για τα μανιτάρια.

Είναι άφθονα στα εδάφη του Πηλίου και ασφαλώς αδικημένα από τους ανθρώπους. Τα μανιτάρια φαίνονται από το βρακί, μας είπεν ο ομιλητής. Αν το μανιτάρι στη ρίζα έχει ένα σαν δαχτυλίδι, σαν πανταλόνι, τότε άφοβα να το μαγειρεύωμε. Μας έδωκεν ακόμα και τη συνταγή να ετοιμάζωμε ένα πλακούντα μανιταριών. Ας ακούσουν οι λούκουλοι το ποίημα τούτο: «Ένα στρώμα μανιτάρια, έπειτα ένα στρώμα ψιλά μανιτάρια και γλυκάδια, άλλο στρώμα μανιτάρια, ένα στρώμα φρέσκο βούτυρο και καθεξής» -κατά την όρεξι, την λαιμαργία και τον προϋπολογισμό του υποκειμένου. Η αλήθεια είνε πως η αριστοτεχνική ομελέτα του μας έκαμε να εκτιμήσωμε περισσότερο το αδικημένο αυτό φαγώσιμο, ηδονή του υγρού Πηλίου, όσο και το χωριό το εφωδιασμένο μ’ ένα κοσμοπολίτη ξενοδόχο…»

Αν οι άλλοι τύποι του Πηλίου της σειράς τόνιζαν απλά τη διακριτική παρουσία τους στα χωριά τους ερεθίζοντας και διασκεδάζοντας τους κατοίκους με τα καμώματά τους και τις αντιδράσεις τους, ο Λιάτζουρας του Αγίου Λαυρεντίου στάθηκε μια άλλη φωνή της πολίχνης του -ένας κράχτης (και περιποιητικός) για τους ξένους. Σωστότερα όμως είναι να του δώσουμε ανεπιφύλαχτα τον επίζηλο τίτλο: Απόστολος Λιάτζουρας, ένας ευεργέτης του Αγίου Λαυρεντίου στον αιώνα μας.

– Πηγές:

-Η Ιστοριά του Χωριού Άγιος Λαυρέντιος του Βόλου –  Σωκράτους Βαμβάκου

-Πηγές Εικόνων: Υδατογραφεια του Francois Perilla από το Βιβλίο του με τ΄τιλο “Au pays des centaures”

 -Άρθρο του Γιώργου Θωμά – Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΩΡΕΣ», 8ο ΕΤΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 96, στις 16 Απριλίου 1993 ως μέρος του κύκλου «ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ»
– Βλ. Γρηγόρη Καρταπάνη, Από τις Αναμνήσεις του γιατρού Κώστα Στριμμένου, ΩΡΕΣ 1.7.1992 σελ. 43
– Θα δούμε στη συνέχεια τι είχε μεταφράσει στα 1937
– Για την επίσκεψη αυτή βλ. Γρηγόρη Καρταπάνη, Οι επισκέψεις του θωρηκτού «Γ. Αβέρωφ» στο Βόλο (1923- 1939), Βόλος 1990
– Βλ. Ζαχαρία Παπαντωνίου, Μια διαδρομή στα πηλιορείτικα χωριά, εφημ. «Ελεύθερον Βήμα» 17.1.1938. Βλ. ακόμα και δύο σημειώματά μου «Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στο Πήλιο», ΩΡΕΣ 15.7.1986 και 15.8.1986